Ευγενία Τσουμάνη – Σπέντζα Βουλευτής Επικρατείας Νέας Δημοκρατίας  
βιογραφικό   δραστηριότητες       επικοινωνία
 
 
νομοθετικό έργο

23/6/2011 - Να ενισχυθεί η ανεξάρτητη λειτουργία των κέντρων πρόληψης της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι αλήθεια ότι σήμερα συζητάμε ένα εξαιρετικά ευαίσθητο θέμα, ένα θέμα το οποίο δυστυχώς έρχεται να επιβεβαιώσει μία τραγική πραγματικότητα που βιώνει η ελληνική κοινωνία και αυτή είναι η συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους. Ως προς αυτό το σημείο και σε ό,τι παρατήρησε ο κύριος Υπουργός στην τοποθέτησή του, ήθελα να πω ότι συμφωνούμε, κύριε Υπουργέ, στο ότι το θέμα έχει κυρίως κοινωνική διάσταση και λιγότερο διοικητική, μόνο που με το νόμο που προωθήσατε πρόσφατα αντιμετωπίσατε το θέμα αποκλειστικώς και μόνο διοικητικά.

Επίσης, επειδή αναφερθήκατε και στο θέμα των οφειλών και της τακτοποίησής τους, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι το ζήτημα αυτό δεν είναι ένα ζήτημα που αφορά μόνο μια περίοδο και συγκεκριμένα την περίοδο διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας στην οποία αναφερθήκατε. Είναι ένα ζήτημα διαχρονικό, δυστυχώς, ένα ζήτημα που έχει να κάνει με την απόδοση των κοινωνικών δαπανών στη χώρα μας, ένα ζήτημα, το οποίο μετακυλύεται. Και να μην ξεχνάμε ότι κατά την περίοδο της διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας ετακτοποιούντο οφειλές προηγουμένων ετών. Θέλω να πω, επίσης, ότι ακόμα οφείλονται ποσά και τώρα πάλι με την πρόσφατη διάταξη που προωθήσατε δίνετε μία λύση με το κόψιμο της χρηματοδότησης στο ήμισυ. Σε αυτό θα αναφερθώ παρακάτω.

Επομένως, η συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους στην οποία αναφέρθηκα, δυστυχώς, απειλεί να πάρει γενικευμένη διάσταση στον τόπο μας. Τείνει να αγγίξει δομές, υπηρεσίες που απευθύνονται σε πληθυσμιακές ομάδες με ιδιαίτερες ανάγκες εκπαιδευτικής και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης, όπως είναι οι νέοι, οι έφηβοι, τα παιδιά. Τα κέντρα πρόληψης της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών έχουν καταφέρει επί μιάμιση δεκαετία να προσφέρουν ένα σημαντικό κοινωνικό έργο, το οποίο έχει τύχει και της επιστημονικής αναγνώρισης όσο και της στήριξης και της αποδοχής της κοινωνίας, παρά τον πλημμελή τρόπο που λειτουργούν, αλλά και της τοπικής αυτοδιοίκησης. Και αυτό παρά τα ελλείμματα στο χρηματοδοτικό πεδίο και παρά το θολό και ατελές θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας τους. Αυτές, λοιπόν, τις δομές οφείλουμε να τις ενισχύσουμε διασφαλίζοντας την οικονομική τους βιωσιμότητα, την επιστημονική τους επάρκεια, αλλά και τη λειτουργική τους ανεξαρτησία.

Αυτό άλλωστε αποτέλεσε και το κεντρικό αίτημα των ίδιων των εργαζομένων σε γραπτές παρεμβάσεις τους, που γνωρίζουμε όλοι, προς τα αρμόδια Υπουργεία και προς τη Βουλή. Αυτό αποτέλεσε και την κεντρική ιδέα των προτάσεων της ομάδας διοίκησης έργου, που το ίδιο το Υπουργείο Υγείας με πρωτοβουλία της πολιτικής του ηγεσίας προώθησε και το οποίο δυστυχώς δεν προχώρησε. Θέλω να επισημάνω εδώ και ένα πολιτικό πισωγύρισμα του Υπουργείου στο ζήτημα αυτό, αφού προχώρησε με τελείως διαφορετικό τρόπο το θέμα.

Η διάταξη του σχετικού άρθρου 58 του ν.3966/2011, που περιελήφθη σε νομοθέτημα του Υπουργείου Παιδείας για τα κέντρα πρόληψης, δεν καταφέρνει, κατά την άποψή μας, να δώσει λύση ούτε στο πρόβλημα αναμόρφωσης του θεσμικού πλαισίου, ούτε στο ζήτημα της οικονομικής βιωσιμότητας και κατ’ επέκταση της απρόσκοπτης λειτουργίας τους. Με την ευκαιρία αυτή, θα ήθελα να επισημάνω το γεγονός ότι προωθήθηκε σε ένα νομοσχέδιο άλλης φύσεως, άλλου πολιτικού στόχου και αυτό δίνει και το μήνυμα του πολιτικού ενδιαφέροντος που έχει η Κυβέρνηση στο συγκεκριμένο θέμα. Θα συμφωνήσω ότι αυτό το θέμα έπρεπε να έχει την πρέπουσα αντιμετώπιση κοινοβουλευτικά και να τύχει συζήτησης στο επίπεδο της Επιτροπής Κοινωνικών Υποθέσεων, που, αν θέλετε, είναι κατ’ εξοχήν αρμόδια για τα θέματα πρόληψης εξαρτήσεων ψυχοκοινωνικής υγείας και βεβαίως, και στην Επιτροπή Ναρκωτικών.

Ενδεικτικά θέλω να αναφέρω απλά και μόνο για την ισχύουσα διάταξη πλέον ότι διατηρεί την απλή μορφή των κέντρων ως αστικών εταιρειών μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, αφήνοντας έωλο ένα πολύ σοβαρό θέμα, που είναι η επαρκής και εξασφαλισμένη χρηματοδότηση. Και θα έλεγα, όχι μόνο έωλο, αλλά δίνει και μια συγκεκριμένη τροπή που σχετίζεται με την εν τέλει και στην πράξη απουσία, έλλειψη χρηματοδότησης από την πλευρά του Υπουργείου Εσωτερικών, δεδομένου ότι η συμμετοχή της τοπικής αυτοδιοίκησης αυτήν τη στιγμή σύμφωνα με το νόμο είναι δυνητική.

Επίσης, δεν προβλέπεται η υποχρέωση, παρά μόνο αυτό που ανέφερα μόλις, δηλαδή η δυνατότητα μόνο συμμετοχής και αυτό -αν θέλετε- είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο της ρύθμισης αυτής. Επίσης, η διάταξη αυτή περιλαμβάνει κρίσιμα οργανωτικά, λειτουργικά και διοικητικά ζητήματα, τα οποία όμως παραπέμπονται στον ενιαίο κανονισμό λειτουργίας των κέντρων πρόληψης που θα εκδοθεί κατόπιν πρότασης του ΟΚΑΝΑ. Δηλαδή, αποδίδεται στον ΟΚΑΝΑ μια γνωμοδοτική αρμοδιότητα για μια σειρά θεμάτων διοικητικών, στα οποία ωστόσο δεν έχει αρμοδιότητα και -αν θέλετε- ευθύνη, διότι δεν θα είναι ο αρμόδιος για τις προσλήψεις, για την αξιολόγηση, για την πιστοποίηση του έργου, για την κατάρτιση κ.λπ..

Επίσης, δεν διασφαλίζεται -και αυτό είναι πολύ σημαντικό- η συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών, που εν πάση περιπτώσει έχουν και θα μπορούσαν να έχουν άμεση συνάφεια με το αντικείμενο και θα μπορούσαν, βεβαίως, με τη συμβολή τους και τη συμμετοχή τους να δώσουν πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα στο συγκεκριμένο έργο.

Είναι δε αξιοσημείωτο πως σε αυτό το νομοθέτημα του Υπουργείου Παιδείας αγνοήθηκαν και βασικά στοιχεία της έκθεσης, του πορίσματος της ΟΔΕ, όπως ανέφερα, που συγκροτήθηκε από το Υπουργείο Υγείας και αυτό θα επαναλάβω ότι υπογραμμίζει το πολιτικό πισωγύρισμα. Για θέματα όπως η πρόβλεψη πάγιας και διαρκούς χρηματοδότησης, η σύνταξη ενιαίου εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας, η εφαρμογή ενιαίου μισθολογίου των εργαζομένων, η τύχη των θέσεων εργασίας σε περίπτωση διάλυσης των κέντρων, η μεταφορά τους, ο μετασχηματισμός τους δεν γνωρίζουμε τι θα γίνει. Ωστόσο, αυτή η πλευρά αγνοήθηκε. Και βέβαια δεν είναι και σαφής ο ρόλος και το έργο του σε σχέση με την εκπαιδευτική διαδικασία, μια και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία και είναι το μόνο σημείο με το οποίο υπάρχει μία συνάφεια -αν θέλετε- με το νομοθέτημα στο οποίο περιλήφθηκε η διάταξη αυτή.

Αυτά, λοιπόν, τα ζητήματα και τα προβλήματα που εντοπίζονται, τόσο από την πλευρά του πορίσματος της ΟΔΕ όσο και όσων παρατηρήσεων κατατέθηκαν μέχρι τώρα, αυτά προσπαθεί κατά την άποψή μας να αντιμετωπίσει σε έναν αρκετά προχωρημένο βαθμό η πρόταση νόμου που κατέθεσε ο ΣΥΡΙΖΑ, επιχειρώντας να συμβάλει στην οριστική αντιμετώπιση αυτού του μη βιώσιμου -αν θέλετε- συστήματος των εβδομήντα ενός αστικών μη κερδοσκοπικών εταιρειών για την πρόληψη. Στην πρόταση νόμου, λοιπόν, του ΣΥΡΙΖΑ υιοθετούνται βασικές θέσεις του πορίσματος της ΟΔΕ για τη διασφάλιση της χρηματοδότησης των κέντρων καθώς και για θέματα οργάνωσης, διοίκησης και λειτουργίας τους.

Στο πλαίσιο αυτό θεωρούμε ότι υπάρχουν αρκετά θετικά σημεία στην πρόταση, κυρίως ως προς το θέμα της πιστοποίησης του προσωπικού στον προσδιορισμό της κατάρτισης και επιστημονικής εποπτείας, στην πρόβλεψη των οργάνων διοίκησης και σύνθεσής τους, στη σύνταξη ενιαίου εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας. Επίσης, στη διαδικασία στελέχωσης με επιστημονικό προσωπικό, τη συγκρότηση εθνικού συντονιστικού οργάνου και την κατάρτιση ενιαίου μισθολογίου. Επισημαίνω, όμως, εδώ την απουσία μίας σημαντικής παραμέτρου που θα έπρεπε να περιλαμβάνεται και αφορά την αξιολόγηση του έργου αυτών των κέντρων, πράγμα το οποίο θα έδινε τη δυνατότητα για τη βελτίωση και περαιτέρω προώθηση ενός τέτοιου θεσμού και μιας τέτοιας διαδικασίας και κοινωνικής λειτουργίας υπέρ της μερίδας των συμπολιτών μας και ιδίως των νέων που πάσχουν από τέτοιες αδυναμίες.

Σημειώνω, επίσης, ότι η πρόταση της ίδρυσης των δεκατριών περιφερειακών κέντρων, ενός ανά διοικητική περιφέρεια, μας βρίσκει κατ’ αρχάς θετικά διακείμενους, πιστεύοντας ότι υπάρχει και μία ανάγκη συντονισμού αυτού του έργου. Εκτιμούμε ότι μπορεί να δώσει μια διέξοδο στα θεσμικά προβλήματα των κέντρων, εφόσον ασφαλώς θα ασκηθεί η δέουσα εποπτεία από το Υπουργείο τόσο σε διοικητικό όσο και σε επιστημονικό επίπεδο, μέσω του ΟΚΑΝΑ. Επισημαίνω όμως την αστοχία της παράλληλης λειτουργίας στον τομέα της πρόληψης και άλλων φορέων όπως είναι, παραδείγματος χάριν, οι υπηρεσίες που προσφέρουν κέντρα του ΚΕΘΕΑ. Θέλω να πω με αυτήν την παρατήρησή μου ότι δεν είναι δυνατόν να έχουμε παράλληλα πάρα πολλούς φορείς, εποπτευόμενους ή μη, που να προσφέρουν το ίδιο έργο και να δημιουργείται μία σύγχυση στον τρόπο λειτουργίας και προσφοράς υπηρεσιών εκ μέρους του κράτους. Άρα θα έπρεπε οι ρυθμίσεις μας να κατατείνουν στο συντονισμό ενός τέτοιου έργου κι όχι στη διάσπαση και κατασπατάλησή του.

Η πρόταση αυτή, λοιπόν, της συγκέντρωσης στο περιφερειακό επίπεδο, νομίζουμε ότι είναι συμβατή και με τη λειτουργία της Διεύθυνσης Πρόληψης που προβλέπεται στα οργανογράμματα των νέων περιφερειών και συνάδει, αν θέλετε, και με την πρόθεση του Υπουργείου Υγείας για τη δημιουργία ενιαίου φορέα πρωτοβάθμιας υγείας με τη μορφή που έχει προβλεφθεί. Ωστόσο θα ήταν ενδεχομένως σκόπιμη και η εκτίμηση δαπανών βεβαίως, διότι δεν είναι δυνατόν να μην λαμβάνουμε υπ’όψιν αυτή την παράμετρο στη συγκεκριμένη διαδικασία, όσον αφορά τον κρατικό προϋπολογισμό και ιδιαίτερα, αν θέλετε, αυτήν την περίοδο.

Ως προς την πρόταση νόμου θα ήθελα να πω ότι θα μπορούσαν να ενσωματωθούν και ορισμένες ακόμη προτάσεις του πορίσματος της ΟΔΕ, ιδιαίτερα όσον αφορά, πέραν της χρηματοδότησης, και τα θέματα της διαχείρισης, που είναι πολύ σημαντικά, και κυρίως της αξιοποίησης των διαθέσιμων κοινωνικών πόρων. Προτάσεις που θα μπορούσαν να συμπληρώσουν την πρόταση νόμου είναι και ο καθορισμός ελάχιστου ποσού επιχορήγησης από τα Υπουργεία Υγείας και Εσωτερικών στο ύψος των προβλεπόμενων από την προγραμματική σύμβαση για τη λειτουργία των κέντρων και η κοινή έναρξη ισχύος των πενταετών προγραμματικών συμβάσεων με τον ΟΚΑΝΑ. Αυτό θα βοηθούσε πάρα πολύ και στον καλύτερο συντονισμό αλλά, αν θέλετε, και στην κοινή αξιολόγηση που ούτως ή άλλως απαιτείται για τη λειτουργία και την παροχή υπηρεσιών απ’ αυτά τα κέντρα.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η ενίσχυση προνοιακών δομών και υπηρεσιών, ιδιαίτερα αυτών που απευθύνονται σε ευαίσθητες ομάδες του πληθυσμού, οφείλει να αποτελεί προτεραιότητα στις υποχρεώσεις του κοινωνικού κράτους. Κι εδώ θα πρέπει να μας προβληματίσει το κοινωνικό φαινόμενο των καθημερινών αρνητικών φαινομένων, ακόμη και θανάτων συμπολιτών μας στο κέντρο της Αθήνας. Θα ήθελα, λοιπόν, στο σημείο αυτό να επισημάνω -επειδή αναφέρθηκε κι ο Υπουργός- ότι προκειμένου να αποκεντρώσουμε, κύριε Υπουργέ, αυτή τη δυνατότητα, που μπορεί να είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, χρειάζεται ένας διάλογος με τις τοπικές κοινωνίες, χρειάζεται μια προετοιμασία, και σε κάθε περίπτωση θέλω να πιστεύω ότι η όποια αντίσταση της τοπικής κοινωνίας δεν έχει να κάνει με την ουσία του κοινωνικού έργου που απαιτείται όσο με τη διαδικασία, την προετοιμασία, τα λειτουργικά και τα διοικητικά.

Επομένως, πιστεύω ότι ο διάλογος θα μπορούσε να δώσει μία λύση σ’ αυτά τα ζητήματα. Άρα, επιμένουμε και επανερχόμαστε στις υποχρεώσεις που έχουμε ως κοινωνικό κράτος, ένα κράτος που αντί αυτήν τη στιγμή και με τα σημερινά δεδομένα να εγκύψει σ’ αυτούς που χρειάζονται τη στήριξή του, εντούτοις βλέπουμε την αποδόμησή του. Θέλω να αναφέρω με την ευκαιρία αυτή ότι η απόδοση των κοινωνικών δαπανών στη χώρα μας είναι εξαιρετικά αρνητική. Οι κοινωνικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ ενώ δεν υπολείπονται του μέσου όρου της Ευρώπης, εντούτοις η αποδοτικότητά τους είναι από τις τρεις χαμηλότερες των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπάρχει η εξής μέτρηση, που είναι εντυπωσιακή, ότι η φτώχεια στη χώρα μας μειώνεται μόλις κατά τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες μετά την παροχή αυτών των κοινωνικών δαπανών, ενώ ο μέσος όρος της Ευρώπης είναι της τάξης του 10%. Κατά 10% δηλαδή, αν θέλετε, υποχωρεί η φτώχεια.

Επομένως, το ενδιαφέρον μας για την κατά το δυνατόν διατήρηση και καλύτερη λειτουργία του κοινωνικού κράτους το οφείλουμε, όχι μόνο στους συμπολίτες μας που αντιμετωπίζουν την κοινωνική περιθωριοποίηση, αλλά και σε μας τους ίδιους, στους θεσμούς μας, η πολιτεία στον εαυτό της. Το οφείλουμε στις νεότερες γενιές, γιατί σε περιόδους οικονομικής και κοινωνικής αποδιάρθρωσης σύνθετα κοινωνικά φαινόμενα, όπως είναι και η χρήση των ναρκωτικών, εμφανίζουν έξαρση.

Είναι, επομένως, ένα χρέος μας να περιφρουρήσουμε την κοινωνική συνοχή σαν απαραίτητο συστατικό, για την υπέρβαση αυτής της πολυμέτωπης κρίσης που διέρχεται η χώρα μας. Άρα, έχουμε να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα του συντονισμού και της καλύτερης απόδοσης των κοινωνικών δαπανών, για να μπορούμε να υπολογίζουμε και να βασιζόμαστε τόσο στους κοινωνικούς φορείς κάθε περιφέρειας, όσο και στην ίδια την κοινωνία των πολιτών. Επομένως, με αυτήντην έννοια το πνεύμα της πρότασης νόμου, κατ’ αρχάς και σε γενικές γραμμές, εμάς μας βρίσκει σύμφωνους, διότι επιχειρεί να διορθώσει προβλήματα που η σχετική διάταξη του νόμου του Υπουργείου Παιδείας που προωθήθηκεδεν τα αντιμετώπισε με επαρκή τρόπο.

Δείτε το σχετικό video

(Δευτερολογία) Κύριε Υπουργέ, όπως καταδείχθηκε από την όλη συζήτηση σήμερα, στο θέμα που συζητάμε προέχει και πρέπει να προέχει –κατ’ αρχήν το είπατε και εσείς- ο κοινωνικός χαρακτήρας του θέματος. Και εδώ πρέπει να εστιάσουμε. Δηλαδή, δεν πρέπει να το λέμε μόνο, διότι ηχεί και ωραία, αλλά θα πρέπει και να το εννοούμε.

Φοβάμαι ότι η διάταξη που περάσατε, όπως είπαμε, σε ένα εντελώς άσχετο νομοθέτημα αντιμετωπίζει το θέμα αποκλειστικώς και μόνο διοικητικά, δηλαδή τη χρηματοδότηση, την οργάνωση, το προσωπικό κ.λπ.. Έχει πολύ μεγάλη σημασία, λοιπόν, τι ποσά και τι προϋπολογισμοί διατίθενται γι’ αυτήν την ιστορία, για ομάδες του πληθυσμού μας που μπορεί σε κάποιο βαθμό να είναι ευάλωτες ή κινδυνεύουν να γίνουν ευάλωτες. Όπως είπα και πριν, έχει σημασία τι δαπάνες προωθούνται προς αυτήν την κατεύθυνση.

Θέλω, όμως, να επαναλάβω το εξής. Εσείς, αντί να δώσετε βάρος στο πώς αποδίδουν οι όποιες κοινωνικές δαπάνες του τόπου μας διατίθενται, προτιμήσατε την οδό της περικοπής. Μέσα από τη διάταξη του τελευταίου νόμου που ψηφίστηκε, μειώσατε στην πράξη κατά το ήμισυ τους προϋπολογισμούς γι’ αυτά τα κέντρα. Και τους μειώσατε, βεβαίως, μέσα από τη δυνητική συμμετοχή της τοπικής αυτοδιοίκησης, η οποία, όπως καταλαβαίνουμε όλοι, λόγω και αυτής της περιόδου, θα επιλέξει να απέχει από αυτήν τη διαδικασία.

Εκτιμώ ότι αποτελεί μεγάλη υποχρέωση της πολιτείας και εν προκειμένω της Κυβέρνησης η αξιοποίηση και η μεγιστοποίηση του αποτελέσματος των κοινωνικών δαπανών. Με βάση τα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος, θέλω να πω και να επαναλάβω ότι οι κοινωνικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ στη χώρα μας ενώ δεν υπολείπονται από το μέσο όρο της Ευρώπης, εντούτοις η απόδοσή τους βρίσκεται στις τρεις χαμηλότερες θέσεις. Επίσης, θα ήθελα να αναφέρω και το εξής στοιχείο: Το φτωχότερο 10% του πληθυσμού μας απολαμβάνει ποσοστό 6% των κοινωνικών δαπανών, ενώ το πλουσιότερο 10% του πληθυσμού μας απολαμβάνει το 7,5%. Υπάρχουν και πολλά άλλα στοιχεία στη διάθεσή σας, αλλά από αυτά και μόνο καταδεικνύεται η μη απόδοση, η μη ανταποδοτικότητα των κοινωνικών δαπανών στη χώρα μας. Άρα, αυτό που πιστεύω ότι πρέπει να κάνει μια κυβέρνηση, είναι να ξεκινήσει να εξορθολογικοποιήσει τις κοινωνικές δαπάνες, έτσι ώστε να έχουν το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Ο νυν Υπουργός Υγείας, όντας στο Υπουργείο Εργασίας στην πρώτη του θητεία, δεν ασχολήθηκε μ’ αυτό. Η επόμενη Υπουργός κ. Κατσέλη, ενώ το ανέφερε, εντούτοις και πάλι δεν το ξεκίνησε. Νομίζω ότι πέρασε εκείνη η ώρα κατά την οποία θα έπρεπε να ληφθεί μέριμνα γι’ αυτό το ζήτημα, γιατί είναι πάρα πολύ σημαντικό, από τη στιγμή που αφορά τις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού μας, που δυστυχώς αυξάνονται με τις πολιτικές του τελευταίου καιρού.

Επίσης, θέλω να πω και κάτι τελευταίο, το οποίο εν πάση περιπτώσει αξίζει να αναφέρει κανείς ξανά. Ακριβώς η κοινωνική πλευρά αυτού του ζητήματος, ακριβώς επειδή μιλάμε για ένα κοινωνικό ζήτημα, ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο πιστεύω ότι παρουσιάζονται και αυτά τα φαινόμενα που εσείς, κύριε Υπουργέ, κατονομάσατε ως «αντιδράσεις» και ίσως και λαϊκίστικες. Ήθελα, λοιπόν, να πω ότι μπορεί κάποια ζητήματα διοικητικά να λύνονται με τους νόμους, με τα θεσμικά πλαίσια, αλλά τα κοινωνικά δεν λύνονται τόσο απλά. Κατά συνέπεια, αν θέλουμε να αποφύγουμε αυτού του είδους τις αντιδράσεις, θα πρέπει να ξεκινήσουμε ένα διάλογο.

Είμαι σίγουρη, κύριε Υπουργέ, ότι αν μπείτε σε έναν ουσιαστικό διάλογο επί της κοινωνικής πλευράς αυτού του ζητήματος, θα υπάρξει κάποιο καλύτερο αποτέλεσμα. Αυτός πιστεύω ότι ο λόγος αυτών των αντιδράσεων. Και θέλω να κάνω και ένα πολύ μικρό σχόλιο σε κάτι τελευταίο το οποίο έχει να κάνει με την αναφορά του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ στη συμμετοχή της Νέας Δημοκρατίας σε διαδικασίες εξπρές ως προς το θέμα του μεσοπρόθεσμου, του μνημονίου και των εφαρμοστικών νόμων. Υποθέτω ότι ο κύριος Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ θα εννοούσε ίσως τις τυπικές διαδικασίες. Δεν είμαι σίγουρη σε τι αναφερόταν. Ωστόσο αυτό που έχει σημασία δεν είναι το τυπικό όσο η ουσία. Επί της ουσίας είναι σαφές και γνωστό ότι η Νέα Δημοκρατία αντιτίθεται σε αυτού του είδους την πολιτική που περνάει και το προηγούμενο μνημόνιο και το μεσοπρόθεσμο και αυτά που έρχονται την ερχόμενη εβδομάδα. Ξέρετε πολύ καλά ότι και ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας αυτές τις μέρες μάχεται και εντός και εκτός Ελλάδος, ακριβώς για να μην περάσει αυτό το είδος της πολιτικής που θεωρούμε ότι οδηγεί σε μεγαλύτερη ύφεση, αντί να βάλει τη χώρα μας σε μια τροχιά ανάπτυξης. Επομένως, θα ήθελα να πω ότι αυτή η παρατήρηση νομίζω ότι δεν έχει καμμία πολιτική ουσία αυτήν τη στιγμή.

 
             
  πίσω
             
Αφήστε το δικό σας σχόλιο
*Όνομα:  
*E-mail:  
*Σχόλιο:  
 
     
   
 
     
     
 
 
 
rss feed
Κατασκευή Ιστοσελίδων Web Future