Ευγενία Τσουμάνη – Σπέντζα Βουλευτής Επικρατείας Νέας Δημοκρατίας  
βιογραφικό   δραστηριότητες       επικοινωνία
 
 
νομοθετικό έργο

15/9/2011 - Έωλο το πλαίσιο χρηματοδότησης των κοινωνικών επιχειρήσεων

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, όπως τόνισα και κατά τη χθεσινή συζήτηση, η διαφωνία μας για το συγκεκριμένο νομοσχέδιο δεν αφορά τους στόχους της κοινωνικής οικονομίας, δηλαδή τη δημιουργία θέσεων εργασίας, την κοινωνική ένταξη ευπαθών ομάδων, την ενίσχυση της τοπικής ανάπτυξης, με τους οποίους έτσι και αλλιώς συμφωνούμε. Η διαφωνία μας έγκειται στα προβλεπόμενα μέσα για την επίτευξη των κοινωνικών και αναπτυξιακών αυτών στόχων, τα οποία θεωρούμε ατελή και ατελέσφορα. Οι δε προτάσεις μας αγνοήθηκαν πλήρως.

Παρ’ όλα αυτά, θα καταθέσω ορισμένες παρατηρήσεις επί των άρθρων, επισημαίνοντας για άλλη μία φορά τα ζητήματα που κατά τη γνώμη μας ναρκοθετούν την ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας και της κοινωνικής επιχειρηματικότητας στη χώρα μας μέσα από το συγκεκριμένο νομοσχέδιο.

Στο άρθρο 1 υπάρχουν κατά τη γνώμη μας εννοιολογικά προβλήματα με τον ορισμό των εννοιών «κοινωνικής οικονομίας» και «συλλογικού σκοπού», που δημιουργούν πρόβλημα κατανόησης βασικών αντικειμένων του νομοσχεδίου. Επίσης, η διάκριση των ευπαθών ομάδων πληθυσμού σε ευάλωτες και ειδικές, έχει περιορισμένη χρησιμότητα, ενώ απουσιάζει η αναφορά στους ορισμούς των ειδικών ομάδων πληθυσμού στα άτομα που αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της φτώχειας ή είναι φτωχά και κατ’ εξοχήν επομένως ευάλωτα, όπως επίσης και στα άτομα που υφίστανται πολλές και πολλαπλές πολλές φορές διακρίσεις. Επίσης, στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, στο θέμα των γυναικών, κύριε Υπουργέ, αφαιρέσατε τις γυναίκες από τη διάταξη αυτή, ενώ αυτό που θα έπρεπε να αφαιρεθεί, γιατί εκεί ήταν το πρόβλημα, ήταν η αναφορά των γυναικών ως ομάδας του πληθυσμού. Οι γυναίκες πρέπει να είναι δέκτες αυτών των υπηρεσιών, υφίστανται ακόμα διακρίσεις, δεν είναι όμως ομάδα.

Στο άρθρο 2 οι τρεις κατηγορίες των κοινωνικών συνεταιριστικών επιχειρήσεων, δηλαδή ένταξης, κοινωνικής φροντίδας και συλλογικού σκοπού δεν δικαιολογούν απόλυτα το διαχωρισμό και μάλλον περιπλέκουν το σύστημα. Άλλωστε, σύμφωνα και με το πνεύμα του ίδιου του νομοσχεδίου, θα ήταν επαρκής η διαμόρφωση δύο κατηγοριών επιχειρήσεων, αυτών δηλαδή της κοινωνικής ένταξης και του συλλογικού σκοπού.

Στο άρθρο 3, επιτρέπεται μεν η συμμετοχή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ως μελών των επιχειρήσεων, εξαιρούνται ωστόσο οι ΟΤΑ και τα υπαγόμενα σε αυτούς νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Είναι απορίας άξιο γιατί δεν επιτρέπεται έστω η συμμετοχή των δημοτικών επιχειρήσεων των ΟΤΑ, αξιοποιώντας έτσι συσσωρευμένη εμπειρία και από τη στιγμή που οι ΟΤΑ καλούνται να παίξουν ενεργητικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτού του τομέα. Αυτό μάλιστα θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο σε συγκεκριμένες περιοχές, όπως και συνάδελφοι της δικής σας παράταξης υπέδειξαν.

Στο άρθρο 7 θα πρέπει να γίνει ρητή αναφορά στη διάθεση συγκεκριμένου ποσοστού επί κερδών σε επενδύσεις αντί της γενικόλογης διατύπωσης για «διάθεση των κερδών σε δραστηριότητες της επιχείρησης για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας» που είναι αρκετά αόριστο. Επίσης, ένα μικρό ποσοστό του υπολοίπου των κερδών των επιχειρήσεων συλλογικού σκοπού θα μπορούσε να διανέμεται και στα μέλη - φυσικά πρόσωπα που δεν είναι εργαζόμενοι αλλά μεριδούχοι. Η εμπειρία έχει δείξει, κύριε Υπουργέ, ότι ουδείς θα αποφασίσει να συμβάλει ως μεριδούχος εάν δεν υπάρχει μια, έστω συμβολικού χαρακτήρα, ανταπόδοση ή απολαβή. Ο αποκλεισμός από μια συμβολική συμμετοχή στα κέρδη των μελών που δεν είναι εργαζόμενοι αποθαρρύνει τη συμμετοχή ατόμων με τεχνογνωσία και εμπειρία της αγοράς. Αυτό άλλωστε είναι και το πνεύμα της κοινωνικής οικονομίας, που, όπως λέγεται, δεν είναι αμιγώς κερδοσκοπική. Άρα, υπαινίσσεται και υπονοεί ότι μπορεί σε κάποιο βαθμό να είναι. Επίσης, θα πρέπει να προβλεφθεί, όπως αναφερόταν στον προ νομοσχέδιο επί Υπουργίας Λοβέρδου, η δυνατότητα εισφοράς ποσοστού εκ του υπολοίπου των κερδών στο Ταμείο Κοινωνικής Οικονομίας για να υπάρξει μία ακόμα ευκαιρία χρηματοδότησης.

Στο άρθρο 9 εντοπίζεται μια από τις σημαντικότερες αδυναμίες του σχεδίου νόμου, όπως προέκυψε άλλωστε και από τη χθεσινή συζήτηση. Ποια είναι αυτή; Ένα από τα πιο βασικά, λοιπόν, σημεία της διαφωνίας μας είναι το έλλειμμα ενός σαφώς προσδιορισμένου, καινοτόμου -και επιμένω σε αυτό- και αποτελεσματικού πλαισίου για την απρόσκοπτη χρηματοδότηση της κοινωνικής επιχειρηματικότητας. Σημειώνω εδώ ότι, όπως έχει διαπιστωθεί και σε άλλα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι κοινωνικές επιχειρήσεις αποκτούν ουσιαστική υπόσταση, όταν συνοδεύονται από προγράμματα χρηματοδότησης και από εξασφάλιση εναλλακτικών πιστώσεων. Μάλιστα πολλές κοινωνικές επιχειρήσεις λόγω της δυσκολίας πρόσβασης στη χρηματοδότηση προσεγγίζουν συλλογικά τα τραπεζικά ιδρύματα ή στρέφονται σε νέα ιδρύματα κοινωνικής χρηματοδότησης, τα οποία συγκεντρώνουν πόρους από άτομα και φορείς προκειμένου να παρέχουν δάνεια σε κοινωνικές επιχειρήσεις με ευνοϊκούς όρους.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αναφέρθηκα και χθες στην έλλειψη ωριμότητας που χαρακτηρίζει το βασικό μέσο ενίσχυσης των κοινωνικών επιχειρήσεων, δηλαδή το Ταμείο Κοινωνικής Οικονομίας. Θα πρέπει, λοιπόν, εδώ να διευκρινιστούν ζητήματα, όπως η προέλευση των πόρων του Ταμείου Κοινωνικής Οικονομίας κι η σταθερή ροή της χρηματοδότησής του. Τμήμα των πόρων του προτείνουμε να προέρχεται από ειδικές ποσοστώσεις επί των κερδών των κοινωνικών συνεταιριστικών επιχειρήσεων. Αυτό είναι ένα σημαντικό θέμα. Επίσης, πρέπει να διευκρινιστεί ο βαθμός διασυνδεσιμότητας του Ταμείου Κοινωνικής Οικονομίας με το Εθνικό Ταμείο Επιχειρηματικής Ανάπτυξης και η δυνατότητα αξιοποίησης, στην πράξη, των τραπεζών με συγκεκριμένα χρηματοπιστωτικά προϊόντα. Αυτά απουσιάζουν παντελώς από το συγκεκριμένο νομοσχέδιο.

Στο άρθρο 10 κρίνουμε απαραίτητη την επαναφορά της δυνατότητας που είχε προβλεφθεί στο πρώτο σχέδιο νόμου, δηλαδή τη δυνατότητα θέσπισης περαιτέρω φορολογικών και οικονομικών κινήτρων, μέσα από σχετικές κοινές υπουργικές αποφάσεις. Η έλλειψη αυτή είναι ένα θέμα που σχετίζεται με το ατελές πλαίσιο χρηματοδότησης, στο οποίο αναφερθήκαμε προηγουμένως.

Στο άρθρο 14 εκτιμούμε ότι θα πρέπει να υπάρξει αυστηρός και σαφέστατος προσδιορισμός των κριτηρίων που πρέπει να πληρούν οι λοιποί φορείς κοινωνικής οικονομίας, έτσι ώστε να μην ενταχθούν στο Ειδικό Μητρώο φορείς που δεν αναλαμβάνουν επιχειρηματικό ρίσκο και δεν σχετίζονται με τη βαθιά έννοια της κοινωνικής οικονομίας. Υπενθυμίζω ότι οι φορείς που θα εγγράφονται στο συγκεκριμένο Ειδικό Μητρώο θα έχουν τη δυνατότητα χρηματοδότησης από το ΕΤΕΑΝ και υπαγωγής τους στις διατάξεις του επενδυτικού νόμου. Επομένως, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να επιτρέψουμε σε φορείς όπως σωματεία, άλλου τύπου νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και μη κυβερνητικές οργανώσεις που δεν σχετίζονται με το κοινωνικώς επιχειρείν να έχουν πρόσβαση σε χρηματοδοτικά εργαλεία της ιδιωτικής οικονομίας. Κι αυτό είναι ένας ακόμη κίνδυνος που διεφάνη, αφού στην ακρόαση των φορέων, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, παρέστησαν μόνον μη κυβερνητικές οργανώσεις.

Στο άρθρο 15 η δημιουργία Συντονιστικού Φορέα της Ειδικής Υπηρεσίας EQUAL είναι, κατά τη γνώμη μας, αμφιβόλου αποτελεσματικότητας, ιδίως όσον αφορά την περιφερειακή της διάσταση. Επανερχόμαστε, συνεπώς, στην πρότασή μας για τη δημιουργία μιας Διεύθυνσης Κοινωνικής Οικονομίας στο Υπουργείο Εργασίας, υπό την «ομπρέλα» της οποίας θα λειτουργούν όλες οι υπόλοιπες υπηρεσίες και τομείς. Αδιευκρίνιστη επίσης μένει η ανάπτυξη του τρόπου ενίσχυσης της κοινωνικής οικονομίας και των κοινωνικών επιχειρήσεων μέσω των συστημικών παρεμβάσεων του ΕΠΑΝΑΔ.

Στο άρθρο 16 θεωρώ ότι η σύσταση μιας ακόμη Διυπουργικής Επιτροπής έρχεται να περιπλέξει το σύστημα ακόμα περισσότερο, σε βάρος της ευελιξίας και του όποιου σχεδίου δράσης. Εδώ θα μπορούσαν να συμμετέχουν μόνο τα Υπουργεία Εργασίας και Ανάπτυξης καθώς επίσης -χωρίς αμφιβολία- και η Ένωση Αιρετών Περιφερειαρχών Ελλάδος κι οι εκπρόσωποι των κοινωνικών εταίρων και των ευπαθών ομάδων πληθυσμού, όπως είναι οι ανάπηροι.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θα ήθελα να κάνω και μερικά σχόλια για τις τροπολογίες που κατατέθηκαν στο παρόν νομοσχέδιο. Κατ’ αρχήν, όπως και από τον ίδιο τον Πρόεδρο της Βουλής ανεφέρθη, αποτελεί μία πολύ μεγάλη αταξία στην κοινοβουλευτική διαδικασία το να έρχονται τροπολογίες που να έχουν περιεχόμενο ολόκληρου νομοσχεδίου χωρίς καμία προηγούμενη προετοιμασία, ενημέρωση και επεξεργασία στις αρμόδιες Επιτροπές. Επομένως, και για λόγους αρχής αλλά και επί της ουσίας διαφωνούμε απολύτως με αυτή τη διαδικασία αλλά και με την ουσία αυτού που περιλαμβάνουν. Όσον αφορά ιδιαίτερα τις δύο άλλες τροπολογίες, που αφορούν αφενός τις Αναπτυξιακές Συμπράξεις και αφετέρου το θέμα των δικαιούχων του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας, έχω να πω τα εξής.

Με την τροπολογία για τις Αναπτυξιακές Συμπράξεις δίνεται η δυνατότητα συμμετοχής ως μελών και σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου κερδοσκοπικού χαρακτήρα για πρώτη φορά, τα οποία καθίστανται δικαιούχοι επιδοτήσεων για τη δημιουργία απασχόλησης. Εδώ τίθενται, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, δύο πολύ σοβαρά ζητήματα: Αφενός δημιουργούνται προϋποθέσεις για τη μεθόδευση ίσως αδιαφανών και αναξιοκρατικών πρακτικών στην επιλογή ανέργων και στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης, εμμέσως μέσα απ’ αυτά τα Νομικά Πρόσωπα, και κατά δεύτερον, βεβαίως, τίθεται θέμα αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ ιδιωτικών επιχειρήσεων. Με δεδομένο μάλιστα ότι τα κριτήρια ένταξης των δράσεων έχουν προεγκριθεί από την Επιτροπή Παρακολούθησης του επιχειρησιακού προγράμματος ύστερα από ενσωμάτωση των παρατηρήσεων της Επιτροπής, τίθεται το ερώτημα προς την Κυβέρνηση εάν οι προτεινόμενες αλλαγές έχουν τύχει προηγούμενης έγκρισης από την Επιτροπή και σ’ αυτό θα ήθελα, κύριε Υπουργέ, την τοποθέτησή σας.  

Πρόβλημα, επίσης, δημιουργείται στο θέμα των αναπτυξιακών συμπράξεων και με τη δυνατότητα συμμετοχής σε αυτές των Ο.Τ.Α. β΄ βαθμού, δηλαδή των περιφερειών. Και αυτό γιατί; Γιατί σύμφωνα με τις προγραμματικές συμφωνίες που υπέγραψε η Υπουργός Εργασίας με τις περιφέρειες, τα ποσά των αποκεντρωμένων πολιτικών απασχόλησης έχουν εκχωρηθεί στις αιρετές περιφέρειες, οι οποίες δια των ενδιάμεσων διαχειριστικών αρχών, θα αξιολογήσουν τα τοπικά σχέδια για τη στήριξη της απασχόλησης. Η συμμετοχή, λοιπόν, των περιφερειών ως δικαιούχων στα σχετικά προγράμματα θα δημιουργήσει καταρχήν σύγκρουση συμφερόντων, αφού αξιολογούμενος και αξιολογητής μπορεί να είναι η ίδια περιφέρεια. Εκτός και εάν, κύριε Υπουργέ, αυτό σημαίνει ότι δεν θα εκχωρηθούν ή αν θα ανασταλεί η εκχώρηση στις περιφέρειες, αυτών των ποσών, θέμα το οποίο θα θέλαμε να γνωρίζουμε.

Τέλος, θεωρούμε ότι η τροπολογία για τις οφειλές των δικαιούχων του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας πρέπει να συνδυαστεί με τις διατάξεις του ν. 3869/2010, για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, έτσι ώστε οι ενδιαφερόμενοι να μπορούν να επιλέξουν την πλέον συμφέρουσα γι’ αυτούς λύση.

Κλείνω, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, την τοποθέτησή μου υπογραμμίζοντας για μία ακόμη φορά ότι εάν η Κυβέρνηση δεν προβεί έστω και την ύστατη ώρα σε διόρθωση βασικών αδυναμιών του νομοσχεδίου σε ό,τι αφορά τη χρηματοδότηση, τη δυνατότητα περιφερειακής ανάπτυξης, την τεχνική και τεχνοκρατική υποστήριξη, την αποφυγή υπαγωγής στο νόμο μορφωμάτων που δεν ταιριάζουν με το κοινωνικώς επιχειρείν, υπονομεύει από την αρχή τη βιωσιμότητα του εγχειρήματος και άρα και το κοινωνικό και αναπτυξιακό αποτέλεσμα που θα μπορούσε να παραχθεί. Εξ αυτού του λόγου, επαναλαμβάνω, ότι καταψηφίζουμε το νομοσχέδιο αυτό στο σύνολό του.

Δείτε το σχετικό video

(Δευτερολογία) Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, όπως ανέφερα και στην επί των άρθρων συζήτηση σήμερα το πρωί, η συγκεκριμένη τροπολογία δεν συμφωνούμε να προχωρήσει με αυτόν τον τρόπο. Θεωρούμε ότι αποτελεί μια κοινοβουλευτική αταξία να έρχεται ένα θέμα με τόσο μεγάλο περιεχόμενο, ένα θέμα τροπολογίας που αφορά ένα ολόκληρο νομοσχέδιο, που αφορά, αν θέλετε, ένα μεγάλο μέρος της πρωτοβάθμιας υγείας, θέμα το οποίο επί δεκαετίες συζητείται και πάντοτε εντοπίζονται προβλήματα, ένα θέμα που αφορά τα ασφαλιστικά ταμεία, περιλαμβάνει φωτογραφικές διατάξεις για προσλήψεις συγκεκριμένων εργαζομένων, αφορά συνταγογραφήσεις ΕΟΠΥΥ, αφορά ζητήματα του ΟΓΑ, συμβιβασμό θεμάτων και οικονομικών ζητημάτων μεταξύ ΕΛΤΑ και ΟΑΕΕ, θέματα οφειλετών ΙΚΑ, θέματα του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας.

Κατά συνέπεια εμείς δεν θα συμφωνήσουμε στη συζήτηση αυτή. Θεωρούμε ότι είναι ένα θέμα που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης στην Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων, θέμα το οποίο και ο ίδιος ο Υπουργός Υγείας σήμερα το πρωί στην Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων συμφώνησε. Επομένως δεν συμφωνούμε στο να συζητηθεί επί της ουσίας και γι’ αυτό καταψηφίζουμε.

Δείτε το σχετικό video

 
             
  πίσω
             
Αφήστε το δικό σας σχόλιο
*Όνομα:  
*E-mail:  
*Σχόλιο:  
 
     
   
 
     
     
 
 
 
rss feed
Κατασκευή Ιστοσελίδων Web Future